Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget




Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Παιχνίδι για σκύλους


Δυο μικρά παιδάκια
βρήκαν ένα παπούτσι.
Ήθελαν με αυτό να παίξουν
γιατί είχαν μυαλό κουκούτσι!

Το επέταξαν στο σκύλο
για να τους το φέρει πίσω.
Κι αυτός για πολλή ώρα,
έτρεχε στην κατηφόρα!

Μα... άλλο παπούτσι έπιασε,
του κύριου Μπενζέ,
κι αυτός ήταν αυστηρός
και τους μάλωσε!

"Καταστρέψατε, παιδιά,
τα παπούτσια τα καλά!"
φώναζε ο κύριος Μπενζέ
με τα φουντωτά μαλλιά.

Κι ο σκύλος, που κοίταζε
όλο απορία,
να του ορμήσει ήθελε,
του 'χε πολλή μανία!

Γιάννης Δρέσος

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Η ΛΗΣΤΕΙΑ

                           
Κάποτε υπήρχε μια φτωχογειτονιά που σχεδόν όλοι οι κάτοικοί της δούλευαν σε ραφτάδικα το ίδιο και τα παιδιά. Μόνο ένα ζούσε σε μια πλούσια οικογένεια και δεν χρειαζόταν να δουλεύει καθόλου.

Το παιδί κορόιδευε τους κατοίκους της φτωχογειτονιάς και συνέχεια περηφανευόταν για τα πλούτη του λέγοντας τους:
- Αχ! Πόσο άτυχοι είστε που δουλεύετε σε αυτά τα παλιοραφτάδικα και μετά βίας μπορείτε να αγοράζετε φαγητό, σας λυπάμαι μα δεν είναι όλοι οι άνθρωποι πλούσιοι XA! XA! XA!

Έτσι λοιπόν περνούσε ο καιρός με το παιδί να κοροϊδεύει και να κοροϊδεύει.

Ώσπου μια μέρα που καθόταν στο σπίτι του και καθάριζε τα δόντια του από την πίτσα που είχε φάει με μια οδοντογλυφίδα, ανοίγει απότομα η πόρτα και μπαίνουν μέσα δύο άσχημοι ληστές.
Είχαν και οι δύο τους κοφτερά νύχια, ανακατεμένα μαλλιά, δύο σκισμένες μπλούζες και σκονισμένα παντελόνια.
Όταν τους είδε το παιδί τρόμαξε πάρα πολύ και όπως ήταν πανικόβλητο τους πέταξε έναν συνδετήρα τον οποίο βρήκε μπροστά του. Οι ληστές γέλασαν. Ύστερα όταν μπόρεσε να σκεφτεί πιο καλά τους πέταξε μια πινέζα, μα τίποτα, μόνο τους γρατζούνισε λίγο. Αφού είδε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άρχισε να τρέχει.
Οι ληστές δεν του έδωσαν σημασία, έκλεψαν μέχρι και το τελευταίο πράγμα που είχε το σπίτι και έφυγαν.
Μετά την ληστεία το αγόρι έχασε όλα του τα πλούτη και αναγκάστηκε να γίνει και αυτό ένα ραφτόπουλο.
Από τότε όλοι πια στην φτωχογειτονιά ήταν ίσοι.     

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΥΤΣΟΒΑΣΙΛΗΣ 


Αγαπημένε μας Χρήστο, ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ!!!

ΣΤΟΝ ΔΑΣΚΑΛΟ...



Του Κωστή Παλαμά
Σμίλεψε πάλι, δάσκαλε, ψυχές!
Κι ότι σ' απόμεινε ακόμη στη ζωή σου,
Μην τ' αρνηθείς!
Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου!
Χτισ' το παλάτι, δάσκαλε σοφέ!
Κι αν λίγη δύναμη μεσ' το κορμί σου μένει,
Μην κουρασθείς.
Είν' η ψυχή σου ατσαλωμένη.
Θεμέλια βάλε τώρα πιο βαθειά,
Ο πόλεμος να μη μπορεί να τα γκρεμίσει.
Σκάψε βαθειά.
Τι κι' αν πολλοί σ’ έχουνε λησμονήσει;
Θα θυμηθούνε κάποτε κι αυτοί
Τα βάρη που κρατάς σαν 'Ατλαντας στην πλάτη,
Υπομονή!
Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι!

Η ιστορία είναι εξαιρετικά αφιερωμένη σε όλους αυτούς που σώζουν "αστερίες"!!!

Μια μέρα, ένας άνθρωπος περπατούσε στην ακρογιαλιά.
Την προηγούμενη νύχτα είχε προηγηθεί σφοδρή θαλασσοταραχή και η φουσκοθαλασσιά είχε ξεβράσει στην ακτή εκατοντάδες αστερίες.
Κάποια στιγμή είδε ένα παιδί να σκύβει στην άμμο, να σηκώνει κάτι και πολύ απαλά να το πετά μέσα στην θάλασσα.
Η κίνηση αυτή επαναλήφθηκε πολλές φορές, ώσπου να πλησιάσει κοντά.
Τότε διαπίστωσε ότι το παιδί μάζευε τους αστερίες και τους ξαναπετούσε στη θάλασσα. Καθώς το παιδί ήταν αφοσιωμένο στο έργο του και δεν τον είχε αντιληφθεί, ο άνθρωπος στάθηκε και το παρατηρούσε για πολλή ώρα .
Ιδρώτας έτρεχε από το μέτωπό του και η έκφραση του προσώπου του ήταν σφιγμένη από την προσπάθεια.
Κάποια στιγμή ο άνθρωπός μας αποφάσισε να κάνει αισθητή την παρουσία του και του φώναξε:

“Καλημέρα! Τι κάνεις εδώ;”


Το παιδί, σταμάτησε για μια στιγμή, κοίταξε τον άνδρα και του απάντησε:

« Δε βλέπεις; Πετάω αστερίες στην θάλασσα”.

- Δεν έχει νόημα αυτό που κάνεις, του αντιγύρισε ο άνθρωπος. Είναι εκατοντάδες οι αστερίες που πεθαίνουν στην αμμουδιά. Δεν έχει σημασία αυτό που κάνεις!

Το παιδί τον κοίταξε, του έδειξε τον αστερία που κρατούσε στο χέρι του και του είπε:
- Έχει όμως σημασία για αυτόν εδώ!...

Και λέγοντας αυτά τα λόγια πέταξε τον αστερία απαλά μέσα στην θάλασσα.

Ο άνθρωπός μας συνέχισε το δρόμο του, περπατώντας πλάι στους ξεβρασμένους αστερίες.
Λίγο παρακάτω όμως, κάποιοι τον είδαν να κοιτάει κλεφτά γύρω του μήπως τον βλέπει κανείς κι όταν βεβαιώθηκε πως ήταν μόνος του, έσκυψε μάζεψε έναν αστερία και να τον απίθωσε μαλακά στη θάλασσα...

back to top